Ψευδής ισχυρισμός Άδωνι Γεωργιάδη ότι η παρουσία σε διαμαρτυρία συνιστά συγκατάθεση για καταγραφή

|

|

Η αξιολόγησή μας

Δείκτης αξιολόγησης: Πολύ Aνακριβές

Σφραγίδα άρθρου: Σφραγίδα Παραπληροφόρησης

Ισχυριμός 1

Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, επειδή ο ίδιος έχει προαναγγείλει δημόσια ότι θα καταγράφει εικόνα και ήχο με τα γυαλιά Meta κατά τις επισκέψεις και τις δημόσιες εμφανίσεις του, οι πολίτες που επιλέγουν να προσέλθουν σε διαμαρτυρία εναντίον του παρέχουν συγκατάθεση για την καταγραφή της εικόνας και της φωνής τους και για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων.

Συμπεράσμα 1

Η δημόσια προαναγγελία της καταγραφής και η μεταγενέστερη παρουσία ενός πολίτη δεν συνιστούν συγκατάθεση κατά τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων. Η συγκατάθεση πρέπει να προέρχεται από το ίδιο το υποκείμενο των δεδομένων, να είναι ελεύθερη, συγκεκριμένη, ενημερωμένη και αδιαμφισβήτητη και να εκφράζεται με δήλωση ή σαφή θετική ενέργεια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων διευκρινίζει ότι ακόμη και η είσοδος σε σαφώς επισημασμένο χώρο βιντεοεπιτήρησης δεν αποτελεί από μόνη της συγκατάθεση. Μια συγκεκριμένη καταγραφή μπορεί να χρειάζεται χωριστή αξιολόγηση βάσει άλλης νομικής βάσης και των πραγματικών περιστάσεων, χωρίς αυτό να μετατρέπει την παρουσία του πολίτη σε συγκατάθεση.

Ισχυριμός 2

Σύμφωνα με μεταγενέστερη ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη, οι αποφάσεις ΑΠ 1422/2021 και ΑΠ 735/2019 του Αρείου Πάγου παρέχουν νομικό έρεισμα για τη γενική καταγραφή δημόσιων διαδηλώσεων και των συμμετεχόντων τους χωρίς ξεχωριστή συγκατάθεση από κάθε πρόσωπο.

Συμπεράσμα 2

Οι αποφάσεις παρέχουν περιορισμένα επιχειρήματα υπέρ της νομιμότητας ορισμένων καταγραφών δημόσιων γεγονότων, αλλά δεν επιβεβαιώνουν τον αρχικό ισχυρισμό περί συγκατάθεσης ούτε θεμελιώνουν γενικό δικαίωμα συνεχούς καταγραφής. Η ΑΠ 1422/2021 αναφέρει ότι η γενική λήψη ενός προσώπου ως μέλους του πλήθους σε δημόσια εκδήλωση δεν προσκρούει κατ’ αρχήν στην προστασία της προσωπικότητας, αλλά διακρίνει τη λήψη από την εξατομίκευση και τη δημοσίευση. Η ΑΠ 735/2019 αφορά την καταγραφή συγκεκριμένου περιστατικού αστυνομικής βίας και τη χρήση του βίντεο ως αποδεικτικού μέσου. Καμία από τις δύο δεν κρίνει ότι η προαναγγελία της καταγραφής και η παρουσία ενός πολίτη δημιουργούν συγκατάθεση κατά τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων. Επιπλέον, η σύνθετη παράγραφος που αποδόθηκε αρχικά στην ΑΠ 1422/2021 δεν περιέχεται στο επίσημο κείμενο της απόφασης.

Σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε από το NEWS 24/7 στις 7 Αυγούστου 2026, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε ότι σκοπεύει να καταγράφει κατά τις δημόσιες εμφανίσεις και τις επισκέψεις του σε νοσοκομεία, όταν φορά γυαλιά Meta με δυνατότητα καταγραφής. Απευθυνόμενος σε όσους ενδέχεται να προσέλθουν για διαμαρτυρία, υποστήριξε ότι, επειδή έχει προαναγγείλει την καταγραφή και εκείνοι επιλέγουν να παρευρεθούν, του παρέχουν συγκατάθεση για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Ο ισχυρισμός συγχέει δύο διαφορετικές έννοιες του δικαίου προστασίας δεδομένων, την ενημέρωση και τη συγκατάθεση. Το αν μια συγκεκριμένη καταγραφή θα μπορούσε να στηριχθεί σε διαφορετική νομική βάση αποτελεί χωριστό ζήτημα και δεν μετατρέπει την παρουσία του πολίτη σε συγκατάθεση.

Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων απαιτεί η συγκατάθεση να αποτελεί ελεύθερη, συγκεκριμένη, ενημερωμένη και αδιαμφισβήτητη εκδήλωση της βούλησης του ίδιου του υποκειμένου των δεδομένων. Η δημόσια ανακοίνωση του προσώπου που πρόκειται να πραγματοποιήσει την καταγραφή δεν συνιστά από μόνη της τέτοια εκδήλωση βούλησης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων διευκρινίζει, μάλιστα, ότι ακόμη και η είσοδος σε χώρο ο οποίος έχει επισημανθεί σαφώς ως βιντεοεπιτηρούμενος δεν αποτελεί από μόνη της δήλωση ή σαφή θετική ενέργεια συγκατάθεσης.

Ο εξεταζόμενος ισχυρισμός

Στο επίμαχο απόσπασμα της συνέντευξης, ο Άδωνις Γεωργιάδης αναφέρεται σε πολίτες που ενδέχεται να προσέλθουν σε νοσοκομεία για να διαμαρτυρηθούν κατά τη διάρκεια επίσκεψής του. Δηλώνει ότι, όταν εισέρχεται σε νοσοκομείο φορώντας τα γυαλιά, θα καταγράφει. Προσθέτει ότι το ανακοινώνει ώστε όσοι σκοπεύουν να προσέλθουν να το γνωρίζουν και καταλήγει:

Αν θέλετε να έρθετε για διαδήλωση που εγώ θα καταγράφω, το αποφασίσατε. Τελεία. Μου κάνετε συναίνεση προσωπικών δεδομένων.

Το παρόν άρθρο εξετάζει αφενός τον αρχικό ισχυρισμό ότι η δημόσια προαναγγελία της καταγραφής, σε συνδυασμό με την παρουσία ενός πολίτη, ισοδυναμεί με συγκατάθεση κατά τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων και αφετέρου τη μεταγενέστερη επίκληση των ΑΠ 1422/2021 και 735/2019 ως νομικού ερείσματος για τη γενική καταγραφή δημόσιων διαδηλώσεων και των συμμετεχόντων ως συνόλου, χωρίς ξεχωριστή συγκατάθεση από κάθε πρόσωπο.

Ανάλυση των ισχυρισμών

Η καταγραφή ταυτοποιήσιμων προσώπων αποτελεί επεξεργασία προσωπικών δεδομένων

Κατά το άρθρο 4 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ), προσωπικό δεδομένο είναι κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο. Η εικόνα ενός προσώπου, η φωνή του και άλλα στοιχεία που επιτρέπουν την αναγνώρισή του μπορούν επομένως να αποτελούν προσωπικά δεδομένα. Η λήψη, η αποθήκευση, η διατήρηση, η διαβίβαση ή η δημοσίευση ενός αρχείου εικόνας ή ήχου αποτελούν μορφές «επεξεργασίας».

Το γεγονός ότι η λήψη πραγματοποιείται σε δημόσια εμφάνιση ή σε χώρο στον οποίο βρίσκονται πολλά άτομα δεν καταργεί αυτομάτως την εφαρμογή του ΓΚΠΔ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν καταγράφονται ταυτοποιήσιμα πρόσωπα και τι ακριβώς γίνεται με το υλικό. Αντίθετα, η απλή χρήση ή επίδειξη γυαλιών με απενεργοποιημένη την καταγραφή δεν συνιστά από μόνη της επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

Ο ΓΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που πραγματοποιεί φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας. Η εξαίρεση αυτή ερμηνεύεται στενά. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ), η συστηματική καταγραφή που εκτείνεται σε δημόσιο χώρο ή η δημοσίευση του υλικού στο διαδίκτυο προς απροσδιόριστο αριθμό προσώπων δεν μπορεί να θεωρείται αυτομάτως αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, επομένως, πρέπει να συνεκτιμηθούν η ιδιότητα με την οποία γίνεται η καταγραφή, ο σκοπός, η έκτασή της και η μεταγενέστερη χρήση του υλικού.

Τι απαιτεί ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων για έγκυρη συγκατάθεση

Το άρθρο 4 παράγραφος 11 του ΓΚΠΔ ορίζει τη συγκατάθεση ως ελεύθερη, συγκεκριμένη, ενημερωμένη και αδιαμφισβήτητη εκδήλωση της βούλησης του υποκειμένου των δεδομένων, με δήλωση ή σαφή θετική ενέργεια. Η αιτιολογική σκέψη 32 προσθέτει ότι η σιωπή, η αδράνεια ή η απουσία αντίδρασης δεν πρέπει να θεωρούνται συγκατάθεση.

Το άρθρο 7 επιβάλλει επιπλέον στον υπεύθυνο επεξεργασίας να μπορεί να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο συγκατατέθηκε. Η συγκατάθεση πρέπει επίσης να μπορεί να ανακληθεί εξίσου εύκολα με τον τρόπο με τον οποίο δόθηκε. Δεν αρκεί, συνεπώς, η μονομερής δήλωση του καταγράφοντος ότι θεωρεί τους παρευρισκόμενους ως συναινούντες.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) συνοψίζει τις ίδιες προϋποθέσεις. Αναφέρει ότι η συγκατάθεση πρέπει να παρέχεται πριν από την επεξεργασία, να προκύπτει από πραγματική επιλογή και να εκφράζεται με σαφή θετική ενέργεια. Η Αρχή διευκρινίζει ρητά ότι η σιωπή ή η αδράνεια δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως συγκατάθεση.

Η ενημέρωση και η συγκατάθεση είναι διαφορετικές νομικές έννοιες

Ο ισχυρισμός του υπουργού συγχέει την ενημέρωση με τη συγκατάθεση. Η ενημέρωση αποτελεί υποχρέωση διαφάνειας του υπευθύνου επεξεργασίας. Η συγκατάθεση, αντίθετα, είναι μία από τις πιθανές νομικές βάσεις επεξεργασίας και πρέπει να προέρχεται από το υποκείμενο των δεδομένων.

Με απλά λόγια, η φράση «σας ενημερώνω ότι θα σας καταγράψω» αποτελεί ενέργεια του προσώπου που σκοπεύει να πραγματοποιήσει την καταγραφή. Δεν αποτελεί απάντηση του πολίτη με την οποία εκείνος δηλώνει ότι συμφωνεί.

Ακόμη και μια πλήρης ενημέρωση δεν δημιουργεί αυτομάτως νόμιμη βάση. Τα άρθρα 12 και 13 του ΓΚΠΔ απαιτούν να παρέχονται, μεταξύ άλλων, η ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου επεξεργασίας, ο συγκεκριμένος σκοπός, η νομική βάση, οι αποδέκτες, ο χρόνος διατήρησης και τα δικαιώματα των υποκειμένων. Η δημόσια αναφορά σε μια τηλεοπτική συνέντευξη δεν αποδεικνύει ότι κάθε μελλοντικά καταγραφόμενο πρόσωπο έλαβε αυτές τις πληροφορίες. Κυρίως, όμως, ακόμη και η ορθή παροχή τους δεν σημαίνει ότι το πρόσωπο συγκατατέθηκε.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων απορρίπτει ρητά το τεκμήριο συγκατάθεσης από την είσοδο σε επιτηρούμενο χώρο

Οι Κατευθυντήριες Γραμμές 3/2019 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ) για την επεξεργασία μέσω συσκευών βίντεο αντιμετωπίζουν ένα άμεσα συναφές ζήτημα. Στην παράγραφο 46, το ΕΣΠΔ εξηγεί ότι, όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας επιθυμεί να στηριχθεί στη συγκατάθεση, πρέπει να διασφαλίζει ότι κάθε πρόσωπο που εισέρχεται στην επιτηρούμενη περιοχή έχει πράγματι συγκατατεθεί. Η απλή είσοδος, ακόμη και σε σαφώς σημασμένο χώρο βιντεοεπιτήρησης, δεν αποτελεί από μόνη της τη δήλωση ή τη σαφή θετική ενέργεια που απαιτεί ο ΓΚΠΔ.

Η ίδια αρχή εφαρμόζεται στον ελεγχόμενο ισχυρισμό. Η παρουσία ενός πολίτη σε νοσοκομείο ή διαμαρτυρία εκφράζει την απόφασή του να βρίσκεται εκεί ή να διαμαρτυρηθεί. Δεν αποτελεί από μόνη της αδιαμφισβήτητη δήλωση ότι αποδέχεται την καταγραφή, την αποθήκευση, τη διαβίβαση ή οποιαδήποτε μελλοντική χρήση του υλικού.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επίσης υπογραμμίσει ότι η συγκατάθεση πρέπει να αποδεικνύεται μέσω ενεργού συμπεριφοράς του υποκειμένου και ότι το βάρος απόδειξης φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Στην υπόθεση C‑61/19, Orange România, το Δικαστήριο απέρριψε μηχανισμούς που δεν αποδείκνυαν με σαφήνεια ότι το πρόσωπο είχε εκφράσει ελεύθερα και ενεργά τη συμφωνία του.

Η συγκατάθεση πρέπει να είναι ελεύθερη, ιδιαίτερα όταν εμπλέκεται δημόσια αρχή

Οι αιτιολογικές σκέψεις 42 και 43 του ΓΚΠΔ αναφέρουν ότι η συγκατάθεση δεν θεωρείται ελεύθερη όταν το υποκείμενο δεν έχει πραγματική ή ελεύθερη επιλογή ή δεν μπορεί να αρνηθεί χωρίς να υποστεί ζημία. Ο Κανονισμός επισημαίνει ειδικά την πιθανότητα σαφούς ανισορροπίας μεταξύ του υποκειμένου και μιας δημόσιας αρχής.

Οι Κατευθυντήριες Γραμμές 05/2020 του ΕΣΠΔ, τις οποίες συνοψίζει και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εξηγούν ότι, εξαιτίας αυτής της ανισορροπίας, είναι συχνά απίθανο να μπορεί μια δημόσια αρχή να στηριχθεί σε ελεύθερη συγκατάθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συγκατάθεση προς δημόσιο φορέα είναι εκ του νόμου αδύνατη. Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται και ότι πρέπει να υπάρχει πραγματική δυνατότητα άρνησης χωρίς δυσμενείς συνέπειες.

Στην προκειμένη περίπτωση, η επιλογή «δέξου ότι θα καταγραφείς ή μην προσέλθεις» δεν αποδεικνύει ελεύθερη συγκατάθεση για την επεξεργασία. Αυτό είναι ακόμη σαφέστερο για ασθενείς που χρειάζονται υπηρεσίες υγείας, εργαζομένους που βρίσκονται στον χώρο στο πλαίσιο των καθηκόντων τους και άλλους παρευρισκόμενους που δεν συμμετέχουν στη διαμαρτυρία.

Η δημόσια προαναγγελία δεν περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για ενημερωμένη συγκατάθεση

Για να είναι ενημερωμένη η συγκατάθεση, το υποκείμενο πρέπει να γνωρίζει κατ’ ελάχιστον την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, τους σκοπούς της επεξεργασίας, το είδος των δεδομένων που θα συλλεχθούν και θα χρησιμοποιηθούν και το δικαίωμα ανάκλησης της συγκατάθεσης. Κατά περίπτωση απαιτούνται επίσης πληροφορίες για αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων και για τους κινδύνους συγκεκριμένων διαβιβάσεων. Χωριστά από αυτά, τα άρθρα 12 και 13 του ΓΚΠΔ επιβάλλουν ευρύτερες υποχρεώσεις διαφάνειας, όπως ενημέρωση για τους αποδέκτες, τον χρόνο διατήρησης και τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων του υποκειμένου.

Η φράση «θα καταγράφω» δεν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα. Δεν διευκρινίζει, για παράδειγμα, αν το υλικό θα παραμείνει στη συσκευή, αν θα μεταφορτωθεί σε υπηρεσία της κατασκευάστριας εταιρείας, αν θα παραδοθεί σε υπηρεσίες του υπουργείου ή στην αστυνομία, αν θα δημοσιευθεί σε κοινωνικά δίκτυα και πότε θα διαγραφεί.

Η ΑΠΔΠΧ, στα υποδείγματα ενημέρωσης για βιντεοεπιτήρηση, διακρίνει τις πληροφορίες πρώτου επιπέδου από τις αναλυτικότερες πληροφορίες δεύτερου επιπέδου. Το πρώτο επίπεδο πρέπει να περιλαμβάνει βασικές πληροφορίες, όπως τον σκοπό, την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, αναφορά στα δικαιώματα των υποκειμένων και παραπομπή στην πλήρη ενημέρωση. Όπου έχει οριστεί Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων, πρέπει να αναφέρονται και τα στοιχεία επικοινωνίας του. Οι υποχρεώσεις αυτές αφορούν τη διαφάνεια και είναι χωριστές από την ανάγκη ύπαρξης νόμιμης βάσης.

Θα μπορούσε μια καταγραφή να βασιστεί σε άλλη νομική βάση;

Πριν εξεταστεί η κατάλληλη νομική βάση, πρέπει να προσδιοριστεί ποιος είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας, δηλαδή ποιος καθορίζει τον σκοπό και τα μέσα της καταγραφής, καθώς και με ποια ιδιότητα πραγματοποιείται η επεξεργασία. Η αξιολόγηση διαφέρει ανάλογα με το αν η καταγραφή πραγματοποιείται από δημόσιο φορέα στο πλαίσιο επίσημου καθήκοντος ή από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί με προσωπική ιδιότητα.

Ο ΓΚΠΔ δεν απαιτεί συγκατάθεση για κάθε επεξεργασία. Το άρθρο 6 προβλέπει περισσότερες πιθανές νομικές βάσεις. Για δημόσιο φορέα ή δημόσια αρχή, μια επεξεργασία κατά την άσκηση επίσημων καθηκόντων θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να εξεταστεί ως αναγκαία για καθήκον που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε΄. Η σχετική αρμοδιότητα και ο σκοπός πρέπει να στηρίζονται στο δίκαιο της Ένωσης ή στο εθνικό δίκαιο, όπως απαιτεί το άρθρο 6 παράγραφος 3.

Το άρθρο 5 του ν. 4624/2019 επαναλαμβάνει ότι οι δημόσιοι φορείς μπορούν να επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα όταν αυτό είναι αναγκαίο για καθήκον δημόσιου συμφέροντος ή για την άσκηση ανατεθειμένης δημόσιας εξουσίας. Η διάταξη δεν αποτελεί γενική άδεια καταγραφής. Απαιτεί σύνδεση με συγκεκριμένο δημόσιο καθήκον και τήρηση των αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, του περιορισμού του σκοπού και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.

Το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο στ΄ του ΓΚΠΔ διευκρινίζει ότι η βάση των «έννομων συμφερόντων» δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργούν δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, αν η καταγραφή πραγματοποιείται στο πλαίσιο επίσημης υπουργικής δραστηριότητας, πρέπει να προσδιοριστεί η κατάλληλη νομική βάση και δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως ότι υπάρχει συγκατάθεση ή έννομο συμφέρον. Αν, αντίθετα, υπεύθυνος επεξεργασίας είναι φυσικό πρόσωπο που ενεργεί εκτός δημόσιου καθήκοντος και ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται, το έννομο συμφέρον θα μπορούσε κατ’ αρχήν να εξεταστεί. Θα έπρεπε, όμως, να αποδειχθεί ότι επιδιώκεται συγκεκριμένο και νόμιμο συμφέρον, ότι η καταγραφή είναι αναγκαία και ότι έναντι του συμφέροντος αυτού δεν υπερισχύουν τα συμφέροντα ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες των καταγραφόμενων προσώπων.

Μια περιορισμένη καταγραφή συγκεκριμένου περιστατικού, για παράδειγμα μιας άμεσης επίθεσης ή σοβαρής απειλής, θα μπορούσε να απαιτεί διαφορετική αξιολόγηση από μια γενική και διαρκή πολιτική καταγραφής όλων των επισκέψεων. Θα έπρεπε να εξεταστούν ο ακριβής σκοπός, η αναγκαιότητα, η έκταση της λήψης, η διάρκεια διατήρησης, οι αποδέκτες και η ύπαρξη λιγότερο παρεμβατικών μέσων. Η πιθανότητα εφαρμογής άλλης νομικής βάσης, όμως, δεν μετατρέπει την παρουσία των πολιτών σε συγκατάθεση.

Η σύγκριση με τις δημοσιογραφικές κάμερες δεν αποδεικνύει συγκατάθεση

Η παρουσία δημοσιογραφικών καμερών σε μια δημόσια συγκέντρωση δεν σημαίνει ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι έχουν συγκατατεθεί στην καταγραφή τους. Η δημοσιογραφική επεξεργασία εξετάζεται σε ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο, το οποίο επιχειρεί να συμβιβάσει την προστασία προσωπικών δεδομένων με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΓΚΠΔ και το άρθρο 28 του ν. 4624/2019.

Το ειδικό πλαίσιο της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης δεν περιορίζεται αναγκαστικά στους επαγγελματίες δημοσιογράφους. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί δημοσιογραφική όταν αποσκοπεί στη γνωστοποίηση στο κοινό πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών. Η υπαγωγή αυτή, όμως, εξαρτάται από τον πραγματικό σκοπό της επεξεργασίας και δεν δημιουργεί γενική εξαίρεση από τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Στο πλαίσιο του άρθρου 28 του ν. 4624/2019 αξιολογούνται το δημόσιο ενδιαφέρον, ο σκοπός ενημέρωσης, η αναλογικότητα, η ιδιότητα των προσώπων και το αν η επεξεργασία περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο. Επομένως, η νομική αξιολόγηση μιας δημοσιογραφικής ή άλλης λήψης με σκοπό την ενημέρωση δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως σε καταγραφή με διαφορετικό υπεύθυνο επεξεργασίας, διαφορετικό σκοπό και διαφορετικό τρόπο χρήσης του υλικού.

Το νοσοκομειακό περιβάλλον απαιτεί αυξημένη προσοχή

Μια καταγραφή μέσα σε νοσοκομείο μπορεί, ανάλογα με το περιεχόμενο και τη χρήση της, να αποκαλύπτει ότι ένα πρόσωπο λαμβάνει υπηρεσίες υγείας, το είδος της θεραπείας του, ιατρικές συνομιλίες ή άλλα δεδομένα υγείας. Αντίστοιχα, η καταγραφή μιας διαμαρτυρίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συναχθούν πολιτικές απόψεις ή συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση. Η απλή εμφάνιση ενός προσώπου σε βίντεο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γίνεται επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων. Όταν, όμως, το υλικό υποβάλλεται σε επεξεργασία με σκοπό να αποκαλυφθούν ή να συναχθούν τέτοια στοιχεία, εφαρμόζεται το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ. Τότε απαιτούνται τόσο νομική βάση του άρθρου 6 όσο και μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9.

Η Οδηγία 1/2011 της ΑΠΔΠΧ αφορά κυρίως εγκατεστημένα συστήματα βιντεοεπιτήρησης σε χώρους που διαχειρίζονται δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς και δεν δίνει από μόνη της οριστική απάντηση για μια φορητή κάμερα. Είναι, ωστόσο, ενδεικτική της αυστηρής προσέγγισης της Αρχής σε χώρους υγείας. Για σκοπούς ασφαλείας, η Οδηγία περιορίζει κατά κανόνα τις κάμερες σε εισόδους, εξόδους, ταμεία και κρίσιμες εγκαταστάσεις και αποκλείει τη λήψη σε χώρους αναμονής, διαδρόμους, θαλάμους ασθενών, εξεταστήρια, χώρους θεραπείας, ιατρεία και χώρους εργασίας προσωπικού.

Η ίδια η ΑΠΔΠΧ διευκρινίζει ότι η Οδηγία 1/2011 πρέπει πλέον να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τον ΓΚΠΔ και τις Κατευθυντήριες Γραμμές 3/2019 του ΕΣΠΔ. Οι συγκεκριμένοι περιορισμοί δεν εφαρμόζονται μηχανικά σε κάθε φορητή συσκευή, αλλά δείχνουν ότι μια γενικευμένη καταγραφή κατά την κίνηση μέσα σε νοσοκομείο θα απαιτούσε ιδιαίτερα ισχυρή και συγκεκριμένη αιτιολόγηση.

Η ηχογράφηση αποτελεί χωριστό νομικό ζήτημα

Αν μαζί με την εικόνα καταγράφεται και ήχος, μπορεί να τίθεται επιπλέον ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα. Η παράγραφος 2 καλύπτει, μεταξύ άλλων, την αθέμιτη παρακολούθηση ή αποτύπωση, με ειδικά τεχνικά μέσα, μη δημόσιας προφορικής συνομιλίας μεταξύ τρίτων ή μη δημόσιας πράξης άλλου. Καλύπτει επίσης την αποτύπωση από τον ίδιο τον συνομιλητή του περιεχομένου της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. Η παράγραφος 3 αφορά τη χρήση του υλικού που αποκτήθηκε με αυτούς τους τρόπους. Η ΑΠ 750/2025 εξέτασε περίπτωση καταγραφής ιδιωτικής συνομιλίας και μεταγενέστερης δημόσιας χρήσης του αρχείου. Ο Άρειος Πάγος έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της καταγραφής λόγω παραγραφής και απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ήχος που καταγράφεται σε μια δημόσια συγκέντρωση συνιστά αυτομάτως ποινικό αδίκημα. Η εφαρμογή του άρθρου 370Α εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το αν πρόκειται για μη δημόσια συνομιλία ή πράξη και από τις ακριβείς περιστάσεις. Ωστόσο, μια δημόσια προαναγγελία από τον καταγράφοντα δεν ισοδυναμεί με τη ρητή συναίνεση του συγκεκριμένου συνομιλητή.

Η επίκληση αποφάσεων του Αρείου Πάγου από τον Άδωνι Γεωργιάδη

Στις 21 Αυγούστου 2026, ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλέστηκε την ΑΠ 1422/2021 και παρουσίασε ως ενιαίο απόσπασμα του σκεπτικού της πραγματικές διατυπώσεις της απόφασης, ανάμεσα στις οποίες εμφανιζόταν μία πρόσθετη φράση. Σύμφωνα με τη φράση αυτή, όταν η καταγραφή αφορά δημόσιο γεγονός που στρέφεται εναντίον του προσώπου που καταγράφει, εκείνο μπορεί να έχει εύλογο συμφέρον να διαθέτει δική του καταγραφή. Η συγκεκριμένη φράση δεν περιλαμβάνεται στο επίσημο κείμενο της απόφασης.

Η αντίδραση του δικηγόρου Θανάση Καμπαγιάννη, την οποία δημοσίευσε το NEWS 24/7, εντόπισε ορθά ότι η παρεμβληθείσα φράση δεν υπάρχει στην ΑΠ 1422/2021. Χρειάζεται, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι μέρος του αποδιδόμενου χωρίου βασιζόταν σε πραγματικές διατυπώσεις της απόφασης και ότι η απόφαση δεν λέει απλώς «το ακριβώς αντίθετο». Περιλαμβάνει πράγματι τη διατύπωση για τη γενική λήψη ενός προσώπου ως μέλους του πλήθους και τη δυνατότητα να θεωρηθεί η συμμετοχή «σιωπηρή συναίνεση» ή «ιδίω κινδύνω ενέργεια», ενώ στη συνέχεια διακρίνει τη λήψη από την εξατομίκευση και τη δημοσίευση.

Σε μεταγενέστερη ανάρτηση της 22ας Αυγούστου, ο υπουργός επανήλθε χρησιμοποιώντας το πραγματικό απόσπασμα της ΑΠ 1422/2021 και επικαλέστηκε επιπλέον την ΑΠ 735/2019. Η νεότερη επιχειρηματολογία δεν ταυτίζεται με την αρχική εσφαλμένη απόδοση και πρέπει να εξεταστεί χωριστά.

Η ΑΠ 1422/2021, στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικότητας και του δικαιώματος στην εικόνα, αναφέρει ότι η γενική λήψη ενός προσώπου ως μέλους του πλήθους σε δημόσια εκδήλωση δεν προσκρούει, κατ’ αρχήν, στις σχετικές διατάξεις και ότι η συμμετοχή μπορεί να θεωρηθεί «σιωπηρή συναίνεση» ή, με τη διατύπωση της απόφασης, «ιδίω κινδύνω ενέργεια». Αμέσως μετά, όμως, διακρίνει τη γενική λήψη από την εξατομίκευση συγκεκριμένου προσώπου και τη λήψη από τη δημοσίευση. Στη συγκεκριμένη υπόθεση έγινε δεκτό ότι η αποδοχή της φωτογράφησης δεν συνεπαγόταν συγκατάθεση για αναγνωρίσιμη δημοσίευση των φωτογραφιών σε εφημερίδα.

Η χρήση του όρου «σιωπηρή συναίνεση» σε αυτό το πλαίσιο δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ ούτε μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στο διαφορετικό νομικό πλαίσιο του Κανονισμού. Η υπόθεση αφορούσε γεγονότα του 2012 και εξετάστηκε, ως προς την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, με βάση τον προϊσχύσαντα ν. 2472/1997. Ο ΓΚΠΔ απαιτεί δήλωση ή σαφή θετική ενέργεια του υποκειμένου, ενώ το ΕΣΠΔ διευκρινίζει ότι ακόμη και η είσοδος σε σαφώς επισημασμένο χώρο βιντεοεπιτήρησης δεν αποτελεί από μόνη της τέτοια ενέργεια.

Η ΑΠ 735/2019 αφορούσε διαφορετικό ζήτημα, τη χρήση βίντεο από καταγγελλόμενο περιστατικό αστυνομικής βίας κατά τη διάρκεια πορείας. Στο κείμενο της απόφασης παρατίθενται οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών εκδηλώθηκε δημόσια, στο πλαίσιο της υπηρεσιακής τους δραστηριότητας και παρουσία πολλών προσώπων, καθώς και ότι «δεν θεωρείται υποκλοπή η αποτύπωση δημοσίων συνομιλιών ή πράξεων». Στις ίδιες παραδοχές, το θεμιτό της λήψης συνδέθηκε με την αποκάλυψη και την παύση μιας συνεχιζόμενης άδικης επίθεσης. Ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτούς λόγους αναίρεσης που αφορούσαν διαφορετικές πλημμέλειες της αιτιολογίας και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση.

Το πραγματικό χωρίο της ΑΠ 1422/2021 και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που παρατίθενται στην ΑΠ 735/2019 παρέχουν νομολογιακό υλικό για τη στενότερη θέση ότι ορισμένες καταγραφές δημόσιων γεγονότων ενδέχεται, ανάλογα με τον σκοπό και τις περιστάσεις, να είναι νόμιμες χωρίς να βασίζονται στη συγκατάθεση. Δεν θεμελιώνουν, όμως, γενικό δικαίωμα συνεχούς καταγραφής όλων των παρευρισκομένων ούτε αποδεικνύουν τον αρχικό ισχυρισμό ότι η προαναγγελία της καταγραφής και η παρουσία του πολίτη ισοδυναμούν με συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ. Η καταληκτική θέση της ανάρτησης της 21ης Αυγούστου ότι η καταγραφή θα είναι νόμιμη «με όποιο άλλο μέσο θέλω» είναι ευρύτερη από όσα προκύπτουν από το νομολογιακό αυτό υλικό. Η νομιμότητα της λήψης, της ηχογράφησης, της αποθήκευσης, της διαβίβασης και της δημοσίευσης απαιτεί χωριστή αξιολόγηση.

Συμπέρασμα

Ο ισχυρισμός του Άδωνι Γεωργιάδη ότι η δική του προαναγγελία της καταγραφής και η επιλογή των πολιτών να προσέλθουν ισοδυναμούν με συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ είναι ψευδής.

Κατά τον ΓΚΠΔ, η συγκατάθεση δεν δημιουργείται με μονομερή δήλωση του προσώπου που πραγματοποιεί την καταγραφή. Πρέπει να προέρχεται από κάθε υποκείμενο των δεδομένων, να είναι ελεύθερη, συγκεκριμένη, ενημερωμένη και αδιαμφισβήτητη και να εκφράζεται με δήλωση ή σαφή θετική ενέργεια που δείχνει συμφωνία με τη συγκεκριμένη επεξεργασία. Η παρουσία σε έναν χώρο ή σε μια διαμαρτυρία δεν εκφράζει από μόνη της τέτοια συμφωνία. Το ΕΣΠΔ διευκρινίζει ρητά ότι ακόμη και η είσοδος σε σαφώς σημασμένο χώρο βιντεοεπιτήρησης δεν αποτελεί από μόνη της συγκατάθεση.

Οι ΑΠ 1422/2021 και 735/2019, τις οποίες επικαλέστηκε ο Άδωνις Γεωργιάδης, δεν μεταβάλλουν αυτό το συμπέρασμα. Η ΑΠ 1422/2021 διακρίνει τη γενική λήψη πλήθους από την εξατομίκευση και τη δημοσίευση και δεν ερμηνεύει τη συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ. Στην ΑΠ 735/2019 παρατίθενται κρίσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για τη χρήση βίντεο από συγκεκριμένη δημόσια πράξη, ενώ ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση για διαφορετικές πλημμέλειες και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση. Το νομολογιακό αυτό υλικό μπορεί να είναι σχετικό με τη νομιμότητα συγκεκριμένων καταγραφών βάσει άλλου νομικού πλαισίου, αλλά δεν κρίνει ότι η μονομερής ενημέρωση του καταγράφοντος και η παρουσία του πολίτη δημιουργούν συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ.

Η προαναγγελία μιας καταγραφής μπορεί να έχει σημασία ως ένα περιορισμένο στοιχείο διαφάνειας, αλλά δεν υποκαθιστά την πλήρη ενημέρωση και, κυρίως, δεν αποτελεί νομική βάση. Μια συγκεκριμένη καταγραφή θα μπορούσε να κριθεί νόμιμη ή παράνομη μόνο μετά την εξέταση των πραγματικών περιστάσεων και τυχόν άλλης εφαρμοστέας νομικής βάσης. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το σχήμα «σας ενημέρωσα, άρα συναινείτε» δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού και ελληνικού δικαίου προστασίας δεδομένων.

Avatar photo

Αρχισυντάκτης στο FactReview και fact-checker με βασικό αντικείμενο την επιστημονική αρθρογραφία και ανάλυση επιστημονικής παραπληροφόρησης.

Περισσότερα σχετικά άρθρα

Βιβλιογραφία